Επόμενη συνάντηση, 28.1.2026, 19:00
Νίκος Κοκκομέλης
Το να αποκαλείται κάτι «ανάποδο» ή «ανεστραμμένο» τον δέκατο πέμπτο, δέκατο έκτο ή δέκατο έβδομο αιώνα σημαίνει, πάνω από όλα, να θεωρείται ή να εκλαμβάνεται ως αφύσικο και αντίθετο προς τη φυσική τάξη των πραγμάτων. Ο τόπος του ανεστραμμένου κόσμου ή mundus inversus φέρνει, ακόμα και σήμερα, συνειρμικά στον νου έναν κόσμο που επιστρέφει στην αρχική κατάσταση του αρχέγονου χάους, όπου τα πάντα είναι ανάποδα και εκτός ορίων: το κάρο που μπαίνει μπροστά από το άλογο, οι ανόητοι που μόνο αυτοί μπορούν να είναι σοφοί, το μυαλό που βρίσκεται πάνω από το κεφάλι, οι άνθρωποι που συμπεριφέρονται σαν ζώα. Συνδεδεμένος, σύμφωνα με τον θεμελιώδη ορισμό του Ernst Robert Curtius, με τα adynata ή impossibilia, ένα ρητορικό μέσο που περιγράφει μια φυσική αδυναμία, μια υπερβολή ή κάτι αδύνατο, ο ανεστραμμένος κόσμος μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να περιγράψει έναν δυστοπικό ή ουτοπικό κόσμο και για να χλευάσει, να αποδοκιμάσει, να επικρίνει ή να υποβαθμίσει ένα πρόσωπο, μια κατάσταση ή έναν θεσμό.
Αντίθετα ωστόσο από αυτή την παγιωμένη ταύτιση του «ανεστραμμένου κόσμου» με μια διαδικασία μετασχηματισμού ή κίνησης, στη ομιλία μας θα θεωρήσουμε τον εν λόγω τόπο ως συστατικό στοιχείο του διανοητικού σύμπαντος της εποχής, μετατοπίζοντας τον φακό από τη μελέτη των μεταμορφώσεων ή των ανατροπών, στον «μακρύ χρόνο» του μη-μετρήσιμου οντολογικού υποστρώματος που συγκροτεί το πλέγμα των θεμελιωδών πεποιθήσεων του καθημερινού βίου. Σε αυτό το πλαίσιο, ο «ανεστραμμένος κόσμος» δεν αποτελεί προϊόν μόνο ταραγμένων καιρών ούτε ταυτίζεται υποχρεωτικά με την παραδοξολογία αλλά, αντιθέτως, ανάγεται σε φορέα νοήματος, σε έναν τύπο λόγου που δίνει νόημα, κατεύθυνση και συνοχή στον κόσμο. Περιγράφει, με άλλα λόγια, μια συμπαγή, σχεδόν αδρανή, διανοητική γεωγραφία που προσημειώνει το σύνολο των πολιτισμικών πρακτικών της πρώιμης νεωτερικότητας.
Συζητητής: Νικόλας Πίσσης
Το να αποκαλείται κάτι «ανάποδο» ή «ανεστραμμένο» τον δέκατο πέμπτο, δέκατο έκτο ή δέκατο έβδομο αιώνα σημαίνει, πάνω από όλα, να θεωρείται ή να εκλαμβάνεται ως αφύσικο και αντίθετο προς τη φυσική τάξη των πραγμάτων. Ο τόπος του ανεστραμμένου κόσμου ή mundus inversus φέρνει, ακόμα και σήμερα, συνειρμικά στον νου έναν κόσμο που επιστρέφει στην αρχική κατάσταση του αρχέγονου χάους, όπου τα πάντα είναι ανάποδα και εκτός ορίων: το κάρο που μπαίνει μπροστά από το άλογο, οι ανόητοι που μόνο αυτοί μπορούν να είναι σοφοί, το μυαλό που βρίσκεται πάνω από το κεφάλι, οι άνθρωποι που συμπεριφέρονται σαν ζώα. Συνδεδεμένος, σύμφωνα με τον θεμελιώδη ορισμό του Ernst Robert Curtius, με τα adynata ή impossibilia, ένα ρητορικό μέσο που περιγράφει μια φυσική αδυναμία, μια υπερβολή ή κάτι αδύνατο, ο ανεστραμμένος κόσμος μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να περιγράψει έναν δυστοπικό ή ουτοπικό κόσμο και για να χλευάσει, να αποδοκιμάσει, να επικρίνει ή να υποβαθμίσει ένα πρόσωπο, μια κατάσταση ή έναν θεσμό.
Αντίθετα ωστόσο από αυτή την παγιωμένη ταύτιση του «ανεστραμμένου κόσμου» με μια διαδικασία μετασχηματισμού ή κίνησης, στη ομιλία μας θα θεωρήσουμε τον εν λόγω τόπο ως συστατικό στοιχείο του διανοητικού σύμπαντος της εποχής, μετατοπίζοντας τον φακό από τη μελέτη των μεταμορφώσεων ή των ανατροπών, στον «μακρύ χρόνο» του μη-μετρήσιμου οντολογικού υποστρώματος που συγκροτεί το πλέγμα των θεμελιωδών πεποιθήσεων του καθημερινού βίου. Σε αυτό το πλαίσιο, ο «ανεστραμμένος κόσμος» δεν αποτελεί προϊόν μόνο ταραγμένων καιρών ούτε ταυτίζεται υποχρεωτικά με την παραδοξολογία αλλά, αντιθέτως, ανάγεται σε φορέα νοήματος, σε έναν τύπο λόγου που δίνει νόημα, κατεύθυνση και συνοχή στον κόσμο. Περιγράφει, με άλλα λόγια, μια συμπαγή, σχεδόν αδρανή, διανοητική γεωγραφία που προσημειώνει το σύνολο των πολιτισμικών πρακτικών της πρώιμης νεωτερικότητας.
Συζητητής: Νικόλας Πίσσης